Βρείτε την αιτία, αναζητήστε θεραπεία

Πόνος κατά την ερωτική επαφή: Πρόβλημα της εμμηνόπαυσης ή μήπως όχι;

Πόνος κατά την ερωτική επαφή: Πρόβλημα της εμμηνόπαυσης ή μήπως όχι;
Γράφει ο Παντελής Μεσσαρόπουλος* MD, MSc, Phd cand. Μαιευτήρας Γυναικολόγος

Ο πόνος κατά την σεξουαλική επαφή (δυσπαρευνία) μπορεί να παρουσιαστεί με πολλές μορφές και να έχει πολλές αιτίες. Η Δυσπαρευνία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις σχέσεις και την ποιότητα ζωής μιας γυναίκας. Ο αριθμός των γυναικών που αντιμετωπίζει προβλήματα πόνου κατά την επαφή είναι δύσκολο να προσδιοριστεί και πολλές φορές είναι υποεκτιμημένος. Επιπλέον, υπάρχει διαφωνία στην επιστημονική κοινότητα σε σχέση με τον ορισμό της δυσπαρεύνιας. Παρ 'όλα αυτά, αυτό που προκύπτει από αρκετές μεγάλες μελέτες, είναι ότι περίπου μία στις πέντε γυναίκες βιώνει σημαντική δυσπαρεύνια.

Ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός της δυσπαρευνία είναι «ο πόνος που σχετίζεται με τη σεξουαλική επαφή, είτε αυτή ολοκληρώνεται είτε όχι. Η επώδυνη σεξουαλική επαφή μπορεί να εντοπίζεται στην αρχή κατά την είσοδο του πέους, ή «βαθιά», όταν έχουμε βαθιές διυσδύσεις. Αν και η δυσπαρεύνια μπορεί να προκληθεί από ένα πλήθος συνθηκών, η πιο κοινή αιτία είναι η ατροφική κολπίτιδα η οποία εντοπίζεται σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Όσον αφορά τις γυναίκες παραγωγικής ηλικίας οι πιο κοινές αιτίες είναι η βουλβοδυνία (πόνος στο αιδοίο), η διάμεση κυστίτιδα, πυελική υπερτονία, δερματολογικές συνθήκες του αιδοίου, και ενδομητρίωση.

Βουλβοδυνία ή απλά πόνος στο σεξ;

Ο όρος βουλβοδυνία αναφέρεται στον πόνο που περιορίζεται στο αιδοίο και στον προθάλαμο του κόλπου, προκαλώντας δυσπαρεύνια. Η βουλβοδυνία χαρακτηρίζεται από έντονο πόνο κατά την επαφή ή κατά την απόπειρα για κολπική είσοδο. Η ευαισθησία στην πίεση εντοπίζεται εντός του αιδοίου,στο προθάλαμο, και τα ευρήματα περιορίζονται σε υπερευαισθησία της περιοχής και σε ένα πιθανό τοπικό ερύθημα.

Η πρωτογενής βουλβοδυνία (PVD) ορίζεται ως η δυσπαρευνία που ξεκινάει με την έναρξη των σεξουαλικών επαφών, ενώ η δευτερογενής βουλβοδυνία περιγράφεται στις γυναίκες που η δυσπαρευνία αναπτύσσεται μετά από μια περίοδο με φυσιολογική σεξουαλική ζωή.

Η διαφορά μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς βουλβοδυνίας μπορεί να αποκαλύπτει και την αντίστοιχη αιτία. Δεδομένου ότι η διάγνωση της βουλβοδυνίας προέρχεται από την κλινική εξέταση και τα συμπτώματα και όχι από συγκεκριμένα παθοφυσιολογικά ευρήματα, είναι πιθανό να υπάρχουν πολλαπλές αιτιολογίες για αυτή τη διαταραχή.

Υπάρχει αιτία τελικά;

Μελέτες δείχνουν ότι ορισμένες περιπτώσεις, η βουλβοδυνία προκαλείται από τον πολλαπλασιασμό συγκεκριμένων νευρώνων οι οποίοι βρίσκονται στην είσοδο του κολπικού βλεννογόνου. Έχει διαπιστωθεί ότι οι συγκεκριμένοι νευρώνες μπορούν να αυξήσουν δέκα φορές την πυκνότητα τους στον κολπικό βλεννογόνο των γυναικών με βουλβοδυνία.

Μία πιθανή εξήγηση είναι η υπερβολική φλεγμονώδης αντίδραση που μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό των νευρώνων, συνήθως μετά από υπερμετρη χρήση αντιμυκητιασικών ή σπερματοκτόνων. Επιπλέον, δεδομένου ότι ορισμένες γυναίκες με πρωτοπαθή βουβλοδυνία έχουν ευαισθησία στον αφαλό (ο οποίος επίσης εμβρυολογικά προέρχεται από τον πρωτογενή ουρογεννετικό κόλπο), μια συγγενής υπερπλασία των νευρώνων μπορεί να εμπλέκεται. Ακόμη, πρόσθετα στοιχεία εμπλέκουν ορμονικές αλλαγές ως πιθανή αιτία της βουλβοδυνίας.

Συγκεκριμένα, έχει δειχθεί ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης βουλβοδυνίας είναι 6 φορές περισσότερος σε γυναίκες που έχουν χρησιμοποιήσει από του στόματος αντισυλληπτικά χάπια. Ο ακριβής μηχανισμός με τον οποίο οι ορμονικές αλλαγές θα μπορούσαν να προκαλέσουν βουλβοδυνία δεν είναι γνωστός, αλλά πιστεύεται ότι η μειωμένη ελεύθερη τεστοστερόνη που προκαλείται από την αύξηση της φιλοδεσμευτικής σφαιρίνης στις χρήστριες αντισυλληπτικών δισκίων μπορεί να είναι εν μέρει υπεύθυνη.

Υπάρχει θεραπεία;

Ανάλογα με την γυναίκα και την αιτιολογία της βουλβοδυνίας, οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν την περιστασιακή χρήση σκευασμάτων λιδοκαΐνης, την τοπική ιντερφερόνη, τις ορμονικές θεραπείες, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αλλά και το botox. Στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να υπάρξει λύση με φαρμακευτική αγωγή, συστήνεται η χειρουργική επέμβαση.

* Ο Παντελής Μεσσαρόπουλος* MD, MSc, Phd cand. είναι Μαιευτήρας Γυναικολόγος με MSc στην Παθολογία της Κύησης και υποψήφιος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

health.in.gr

Σεξουαλική Υγεία:  Περισσότερα Θέματα