Εσφαλμένη αίσθηση ασφάλειας...

Τρώνε περισσότερο όσοι παίρνουν στατίνες για τη μείωση της χοληστερόλης

Τρώνε περισσότερο όσοι παίρνουν στατίνες για τη μείωση της χοληστερόλης
Νέα Υόρκη
Μια εσφαλμένη αίσθηση ασφάλειας που τους κάνει να τρώνε περισσότερο έχουν οι ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες για την μείωση της χοληστερόλης, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο JAMA Internal Medicine.

Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου του Τόκιο, με επικεφαλής τον Δρ Τακεχίρο Σουγκιγιάμα, διαπίστωσε ότι οι ενήλικοι αμερικανοί, που έπαιρναν στατίνες το διάστημα 1999-2000 κατανάλωναν λιγότερες θερμίδες από άτομα που δεν έπαιρναν τη συγκεκριμένη κατηγορία φαρμάκων, αλλά έτρωγαν τις ίδιες ποσότητες τροφής με τους μη χρήστες στατίνων το διάστημα 2009-2010.

Η κατανάλωση περισσότερων θερμίδων και λιπαρών όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο την θεραπεία μείωσης της χοληστερόλης με στατίνες, αλλά αυξάνει και τον ατομικό κίνδυνο παχυσαρκίας και εκδήλωσης διαβήτη, υποστηρίζουν οι επιστήμονες.

Οι στατίνες, ως γνωστόν, αναστέλλουν την παραγωγή της χοληστερόλης η οποία χρησιμοποιείται από τον οργανισμό για την δημιουργία νέων κυττάρων. Η υπερχοληστερολαιμία αυξάνει ωστόσο τον κίνδυνο εκδήλωσης καρδιακής νόσου και λιπωδών εναποθέσεων στα αιμοφόρα αγγεία.

Σύμφωνα με τις νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας και της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας, ο αριθμός των ενηλίκων ατόμων στις ΗΠΑ που θεωρούνται κατάλληλοι για θεραπεία με στατίνες φτάνει τα 56 εκατομμύρια.

Μάλιστα, οι νέες οδηγίες ενθαρρύνουν τους γιατρούς να λαμβάνουν περισσότερους παράγοντες κινδύνου, εκτός από την LDL χοληστερόλη, ώστε να εντοπίσουν τους ασθενείς με υψηλό κίνδυνο εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου.

Στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από μια εθνική αμερικανική μελέτη που γίνεται κάθε δύο χρόνια. Παρατήρησαν λοιπόν ότι οι χρήστες στατίνων κατανάλωναν περίπου 2.000 θερμίδες ανά ημέρα, το διάστημα 1999-2000, συγκριτικά με τις 2.179 θερμίδες που κατανάλωναν οι μη χρήστες στατίνων.

Κι ενώ οι επιστήμονες θεώρησαν αναμενόμενο το εύρημα αυτό, ότι δηλαδή οι ασθενείς έτρωγαν λιγότερο ώστε να ελέγχουν την χοληστερόλη και το βάρος τους, με την πάροδο του χρόνου διαπίστωσαν αύξηση των καταναλισκόμενων θερμίδων. Έτσι το διάστημα 2005-2006 δεν υπήρχε πια καμιά διαφοροποίηση μεταξύ γενικού πληθυσμού και χρηστών στατίνων.

Τελικά, η κατανάλωση θερμίδων αυξήθηκε μεταξύ αυτών που έπαιρναν στατίνες, κατά περίπου 10% μέσα σε μια δεκαετία. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι αύξησαν την ποσότητα των θερμίδων που προέρχονταν από λιπαρά, κατά την διάρκεια της μελέτης.

Παράλληλα, αμετάβλητες έμειναν οι θερμίδες και τα λιπαρά που κατανάλωναν τα άτομα που δεν έπαιρναν στατίνες.

Ο Δρ Σουγκιγιάμα θεωρεί ότι υπάρχουν δύο τρόποι αιτιολόγησης των παραπάνω ευρημάτων.

«Υποθέτουμε ότι οι ασθενείς αντιλαμβάνονται άμεσα την ικανότητα των στατίνων να ρίχνουν τα επίπεδα της χοληστερόλης, ανεξαρτήτως της διατροφής που κάνουν. Έτσι μαθαίνουν υποθέτουν ότι δεν χρειάζεται να περιορίζουν την διατροφή τους για να πετύχουν το ιδανικό όριο LDL χοληστερόλης», εξηγεί.

Εναλλακτικά, ενδεχομένως οι γιατροί να συνταγογραφούν στατίνες σε άτομα που τείνουν να τρώνε περισσότερο και να μην είναι τόσο διστακτικοί στην συνταγογράφησή τους σε άτομα που δεν ελέγχουν την δίαιτά τους.

Πάντως λόγω σχεδιασμού της μελέτης, οι ερευνητές δεν κατάφεραν να απαντήσουν και στο ερώτημα εάν κάποιες στατίνες έναντι άλλων κάνουν τα άτομα να τρώνε περισσότερο.

Ο Δρ Σουγκιγιάμα καταλήγει ωστόσο ότι η χρήση των στατίνων για την μείωση της LDL χοληστερόλης θα πρέπει να γίνεται συνδυαστικά με αλλαγή του τρόπου ζωής. «Εάν εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στα φάρμακα, τότε μάλλον δεν κάνουμε σωστή δουλειά. Οι γιατροί λοιπόν θα πρέπει να επισημαίνουν στους ασθενείς την σημασία του ελέγχου της διατροφής και του σωματικού βάρους, ειδικά στους χρήστες στατίνων», υπογραμμίζει.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr

Διάφορα:  Περισσότερα Θέματα