Κίνδυνος υπογονιμότητας

Η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει αρνητικά το σπέρμα

Η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει αρνητικά το σπέρμα
Η ατμοσφαιρική ρύπανση και συγκεκριμένα τα μικροσωματίδια ΡΜ2,5 επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα του σπέρματος και έτσι αυξάνεται ο κίνδυνος υπογονιμότητας, σύμφωνα με κινεζική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Occupational & Environmental Medicine.

Αν και η κλινική επίπτωση είναι σχετικά μικρή, με δεδομένη την εξάπλωση του προβλήματος της ατμοσφαιρικής ρύπανσης διεθνώς, οι επιστήμονες του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ προειδοποιούν ότι ένας σημαντικός αριθμός ζευγαριών, παγκοσμίως, πιθανώς δυσκολεύονται να κάνουν τεκνοποιήσουν εξαιτίας αυτού του λόγου.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Δρ Σιάνγκ Κιαν Λάο της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 6.500 άνδρες, 15-49 ετών στην Ταϊβάν και εντόπισαν στενή σχέση μεταξύ ανωμαλιών στο σπέρμα (στο μέγεθος και στην μορφολογία του) και στην έκθεση ενός άνδρα σε υψηλά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης στον τόπο διαμονής του.

Για κάθε πέντε μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο αέρα (5 μg/m3) αύξησης στην περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας με σωματίδια διαμέτρου έως δυόμισι εκατομμυριοστών του μέτρου (ΡΜ2,5) σε διάστημα δύο ετών, παρατηρείτο σημαντική μείωση στα φυσιολογικά σπερματοζωάρια κατά 1,3% περίπου.

Από την άλλη, διαπιστώθηκε ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση σχετιζόταν με αυξημένο αριθμό σπερματοζωαρίων, πιθανώς ως αντιστάθμισμα στην αρνητική επίπτωση που έχει στο μέγεθος και στο σχήμα τους. Παρόμοια ευρήματα στη μορφολογία και στον αριθμό των σπερματοζωαρίων βρέθηκαν και όταν η έκθεση ενός άνδρα στη ατμοσφαιρκή ρύπανση δεν ξεπερνούσε τους τρεις μήνες.

Μέσω ποιου ακριβώς βιολογικού μηχανισμού, η ατμοσφαιρική ρύπανση σχετίζεται με την ανάπτυξη των σπερματοζωαρίων, παραμένει ασαφές. Προηγούμενες μελέτες σε πειραματόζωα έχουν πάντως δείξει ότι πολλά συστατικά των μικροσωματιδίων, όπως τα βαρέα μέταλλα και οι αρωματικοί υδρογονάνθρακες, προξενούν βλάβες στο σπέρμα.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ

Επιστημονικές Εξελίξεις:  Περισσότερα Θέματα