Σύμφωνα με βρετανική μελέτη

Η σεξουαλική ωρίμανση παίζει ρόλο στον καρκίνο του προστάτη

Η σεξουαλική ωρίμανση παίζει ρόλο στον καρκίνο του προστάτη
Αθήνα
Η σεξουαλική ωρίμανση σε μεγαλύτερη ηλικία συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη στην πορεία της ζωής των ανδρών και ιδιαίτερα με την επιθετική μορφή της νόσου, σύμφωνα με βρετανική μελέτη που χρηματοδοτήθηκε από το Παγκόσμιο Ταμείο Έρευνας για τον Καρκίνο και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο BMC Medicine.

Επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, με επικεφαλής τον Δρ Ντέιβιντ Νιλ, χρησιμοποίησαν ως βάση παλαιότερες επιδημιολογικές μελέτες που είχαν διαπιστώσει ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της σεξουαλικής ωρίμανσης σε μικρότερη ηλικία και του υψηλότερου κινδύνου για καρκίνο του προστάτη. Ωστόσο, οι δείκτες της σεξουαλικής ωρίμανσης στα αγόρια είναι συχνά ανακριβείς.

Για το λόγο αυτό οι βρετανοί ειδικοί χρησιμοποίησαν γενετικούς δείκτες, προκειμένου να αξιολογήσουν τη σεξουαλική ωρίμανση. Διαπίστωσαν ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ηλικίας που ωριμάζει σεξουαλικά ο έφηβος και του κινδύνου να αναπτύξει μελλοντικά καρκίνο του προστάτη.

Οι ερευνητές αφού εντόπισαν τα γονίδια που θα μπορούσαν να δείξουν τη σεξουαλική ωρίμανση, ενημέρωσαν κατόπιν κάθε συμμετέχοντα για το πόσα από αυτά τα γονίδια είχε. Η μέτρηση της σεξουαλικής ωρίμανσης με γενετικούς δείκτες επέτρεψε τελικά την αποκάλυψη της αιτιώδους σχέσης της εισόδου στην εφηβεία σε μικρότερη ηλικία και του αυξημένου κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου του προστάτη αργότερα στη ζωή.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η σχέση μεταξύ γενετικών παραγόντων που επηρεάζουν την είσοδο των αγοριών στην εφηβεία και καρκίνου του προστάτη θα μπορούσε να οφείλεται στην επίδραση της πρώιμης και παρατεταμένης αύξησης των επιπέδων των ορμονών, οι οποίες αλλάζουν κατά την εφηβεία.

«Υπάρχουν ακόμα πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τους τρόπους πρόληψης του καρκίνου του προστάτη. Ωστόσο, τα αποτελέσματα της μελέτης που συνδέουν τη σεξουαλική ωρίμανση με τον κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη συμπλήρωση κάποιων κενών στις γνώσεις των ειδικών», σχολιάζει ο καθηγητής Ριτσαρντ Μαρτιν από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ που συμμετείχε στην έρευνα.

Συναρπαστικά χαρακτήρισε τα αποτελέσματα της έρευνας και η Δρ Παναγιώτα Μήτρου, διευθύντρια χρηματοδότησης ερευνών στο Παγκόσμιο Ταμείου Έρευνας για τον Καρκίνο, διευκρινίζοντας ότι υπάρχει ανάγκη εμβάθυνσης της γνώσης για το θέμα.

«Εάν επιβεβαιωθεί ότι το κλειδί για την αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του προστάτη στους άνδρες που μπήκαν στην εφηβεία σε μικρότερη ηλικία είναι οι αυξητικές ορμόνες, θα είναι δυνατή η ανάπτυξη και εφαρμογή κάποιων παρεμβάσεων στα παιδιά, οι οποίες θα συντελούσαν στην υγιή ανάπτυξή τους και θα λειτουργούσαν ως ασπίδα προστασίας ενάντια στον καρκίνο του προστάτη στην ενήλικη ζωή και ιδιαίτερα της επιθετικής μορφής του. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που προκύψει, η ριζική προστατεκτομή προσφέρει στο 92% των ασθενών 10ετή επιβίωση από τον συγκεκριμένο λόγο, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό, και συνολικό ποσοστό επιβίωσης 77%, σύμφωνα με πραγματοποιηθείσες αμερικανικές μελέτες, σε αντίθεση με 88% και 52% αντίστοιχα για τους ασθενείς που προχωρούν σε ακτινοθεραπεία χωρίς να έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση», επισημαίνει ο Δρ Ευάγγελος Ζαχαράκης, PhD FRCS(Eng) FECSM FEAA, διευθυντής Ουρολογίας στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Λονδίνου.

Ο καρκίνος του προστάτη είναι o πιο συχνά εμφανιζόμενος καρκίνος στους άνδρες, με περισσότερα από 100.000 άτομα στη Δύση να χάνουν τη ζωή τους από τη νόσο, εκ των οποίων πάνω από 1.000 άνδρες στην Ελλάδα. Παρότι ο προστατικός καρκίνος εμφανίζεται σε προχωρημένη ηλικία και έχει αργή ανάπτυξη στην πλειοψηφία των περιπτώσεων -απόδειξη αποτελεί το γεγονός ανακάλυψης της ύπαρξης της νόσου μετά θάνατον ο οποίος έχει επέλθει για λόγους ανεξάρτητους από τον καρκίνο του προστάτη- υπάρχουν μορφές της νόσου που είναι επιθετικές, δίνουν μεταστάσεις και είναι θανατηφόρες, ακόμα και σε νεαρότερα άτομα.

Ο μόνος τρόπος προστασίας είναι ο τακτικός προληπτικός έλεγχος, που περιλαμβάνει τη μέτρηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) και τη δακτυλική εξέταση. Σε περίπτωση υποψίας και ανάγκης για περαιτέρω διερεύνηση διενεργείται βιοψία του προστάτη. Μέχρι σήμερα ως παράγοντες κινδύνου έχουν αναγνωριστεί -εκτός από την ηλικία- η κληρονομικότητα, η διατροφή και ο τρόπος ζωής.

health.in.gr

Ειδήσεις:  Περισσότερα Θέματα